Ο Δ Ρ Ο Μ Ο Σ Π Ρ Ο Σ Τ Ο F L A N K E R
Είναι αλήθεια ότι όταν οι πιλότοι των πολεμικών αεροποριών της Δυτικής Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αναφέρονταν στο παρελθόν σε κάποιο εχθρικό στρατιωτικό αεροσκάφος, το χαρακτήριζαν «MIG”.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, αυτή η πραγματικότητα άλλαξε ριζικά, καθώς οι τελευταίες και πιο σύγχρονες κατασκευές του σχεδιαστικού γραφείου Sukhoi, είναι κατά πολύ υπέρτερες των αντίστοιχων σχεδιάσεων του γραφείου Mig. Την αλλαγή αυτή σηματοδότησε, κυρίως, η οικογένεια των μαχητικών αεροσκαφών Su-27, γνωστό στους δυτικούς πιλότους και ως “Flanker”. Αν και το συγκεκριμένο σχεδιαστικό γραφείο, ειδικευόταν στην κατασκευή μαχητικών – βομβαρδιστικών αεροσκαφών, καθώς και μεγάλων, βαρέων αναχαιτιστικών μεγάλων αποστάσεων, η ευελιξία του και οι θαυμαστές επιδόσεις του, καθιστούν το μαχητικό Su-27 υπέρτερο –για πολλούς- όλων των σύγχρονων δυτικών σχεδιάσεων (περιλαμβανομένου και του F-15), τουλάχιστον μέχρι την έλευση του F/A–22. Οι συνεχείς παρουσίες του νέου μαχητικού στις διεθνείς αεροπορικές εκθέσεις, έχουν αποδείξει με το καλύτερο τρόπο τις θαυμαστές επιδόσεις του και την ιδιαίτερα μεγάλη ευελιξία του, που το καθιστούν ικανό να εκτελέσει ελιγμούς, που κανένα αντίστοιχο μαχητικό της Δύσης δε μπορεί να εκτελέσει.
Το Su-27 γεννήθηκε το 1969, ύστερα από την απαίτηση αντικατάστασης των Su-15 Flagon, Yak-28 Firebar και Tu-128 Fiddler. Ταυτόχρονα, όμως, οι (τότε) Σοβιετικοί έβλεπαν ότι οι Αμερικάνοι ανέπτυσσαν καινούρια μαχητικά αεροσκάφη, όπως το F-15 Eagle, το F-16 και το F/Α-18, με τα οποία κατακτούσαν την υπεροχή στον αέρα. Για το λόγο αυτό, η αρχική απαίτηση αναφερόταν σε ένα αεροσκάφος αεροπορικής υπεροχής, το οποίο θα διέθετε μεγάλη αυτονομία, ευελιξία και επιδόσεις, καθώς και ικανότητα μεταφοράς μεγάλου πολεμικού φορτίου. Παράλληλα θα έπρεπε να στηριχθεί στα δοκιμασμένα, τότε, ρωσικά αεροναυπηγικά πρότυπα, για να εκμεταλλευτεί στο έπακρο, τα αποτελέσματα των προωθημένων ερευνών του Κεντρικού Αεροδυναμικού Ινστιτούτου της τότε Σοβιετικής Ένωσης (TsAGI), καθώς και στην αναπτυσσόμενη τότε τεχνολογία fly-by-wire(FBW).
Από τα πρώτα βήματα της ανάπτυξης του αεροσκάφους, αναβαθμίστηκε ο ρόλος του και απαιτήθηκε να μπορεί να εκτελεί αποστολές συνοδείας επιθετικών αεροσκαφών (Su-24 Fencer), να μπορεί να καταστρέφει αεροπορικούς στόχους υψηλής σημασίας (AWACS), να μπορεί να αναχαιτίζει επιθετικά αεροσκάφη, που πετούν χαμηλά, καθώς και πυραύλους cruise. Αλλά η Sukhoi προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα και προσπάθησε να αναπτύξει ένα μαχητικό αεροσκάφος ικανότερο του F-15 Eagle.
Το πρώτο πρωτότυπο, που έφερε την ονομασία Τ-10-1, πέταξε για πρώτη φορά στις 20 Μαΐου 1977. Λίγο αργότερα, κατασκευάστηκε το δεύτερο πρωτότυπο Τ-10-2, το οποίο έφερε αρκετές αλλαγές σε σχέση με το πρώτο. Αυτό το αεροσκάφος καταστράφηκε, όταν παρουσίασε βλάβη το σύστημα ελέγχου πτήσης, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο πιλότος του. Στις 23 Αυγούστου του 1979 πέταξε για πρώτη φορά το τρίτο πρωτότυπο και λίγο αργότερα (στις 31 Οκτωβρίου), πέταξε το τέταρτο πρωτότυπο. Στη συνέχεια κατασκευάστηκαν ακόμα πέντε πρωτότυπα. Οι επιδόσεις του αεροσκάφους, όμως, δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές, με αποτέλεσμα -προκειμένου να μην ακυρωθεί εντελώς- το πρόγραμμα να διακοπεί για δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων κατασκευάστηκαν δύο πρωτότυπα (T-10S-1 και T-10S-2), τα οποία έφεραν εκτεταμένες αλλαγές σε σχέση με τα προηγούμενα. Μετά από ένα πρόγραμμα εντατικών δοκιμών, αυτά τα δύο πρωτότυπα αποτέλεσαν τη βάση για τα αεροσκάφη παραγωγής. Το ένα από αυτά δε, δέχτηκε συγκεκριμένες παρεμβάσεις, για να καταρρίψει τα αεροπορικά ρεκόρ επιδόσεων, που κατείχε το F-15.
Το αεροσκάφος καθυστέρησε, ωστόσο, να εισέλθει σε υπηρεσία, εξαιτίας σημαντικών δυσκολιών που εμφανίστηκαν κατά την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών συστημάτων του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ τα πρώτα αεροσκάφη ήταν έτοιμα από το 1982, δεν εισήλθαν σε υπηρεσία πριν το 1985, όταν και παραδόθηκαν τα ηλεκτρονικά του συστήματα και ξεκίνησαν οι δοκιμές αξιολόγησης και δοκιμής τους. Στα χρόνια που ακολούθησαν το αεροσκάφος παράχθηκε σε κανονικούς ρυθμούς και εξόπλισε πολλές μοίρες της Ρώσικης (τότε ακόμα Σοβιετικής) Πολεμικής Αεροπορίας, σχεδόν ταυτόχρονα με τα Mig-29 και Mig-31.
Είκοσι και πλέον χρόνια μετά, πολλές νέες εκδόσεις του αεροσκάφους έχουν παραχθεί, που είναι εξειδικευμένες μονοθέσιες ή διθέσιες κατασκευές, που κατατάσσονται από τους ειδικούς στη λεγόμενη 4+ γενιά αεροσκαφών. Βασικό κινητήριο μοχλό για την ανάπτυξη των νέων εκδόσεων αποτέλεσε η απαίτηση για βελτίωση των αεροδυναμικών επιδόσεων του αεροσκάφους, αν και αυτή η απαίτηση δεν ήταν παρά μία μόνο παράμετρος που σύμφωνα με τον προγραμματισμό, έπρεπε να βελτιωθεί. Οι δοκιμές αυτών των νέων εκδόσεων, άρχισαν να αναπτύσσονται από πολύ νωρίς, πριν ακόμα ολοκληρωθούν τα πρωτότυπα και εισέλθει το σκάφος σε υπηρεσία! Οι αεροδυναμικές δοκιμές, όμως, έδειξαν συγκεκριμένες αδυναμίες, με αποτέλεσμα το πρώτο αεροσκάφος που υιοθετούσε πτερύγια canards, παρουσιάστηκε το 1982 και ήταν το 24ο αεροσκάφος εξέλιξης, για αυτό και πήρε το κωδικό Τα-10-24! Το αεροσκάφος, όμως, δεν πέταξε πριν το Μάιο του 1985. Οι πτητικές δοκιμές έδειξαν ότι τα πτερύγια canards βελτίωναν σαφέστατα τις πτητικές επιδόσεις του Su-27, σε πολλές περιπτώσεις. Το γεγονός αυτό οδήγησε την υιοθέτησή τους, σε όλα τα νεότερα σχέδια που βρίσκονταν τότε υπό εξέλιξη.
Εν τω μεταξύ, η Sukhoi σχεδίαζε ένα ακόμα πιο ευέλικτο μαχητικό, το οποίο πίστευε ότι θα μπορούσε να γίνει το μαχητικό πέμπτης γενιάς της Σοβιετικής Αεροπορίας. Ήταν μία κοινή προσπάθεια της εταιρείας με πολλές εργοστασιακές μονάδες κατασκευής, για την κατασκευή ενός αεροσκάφους με εμπροσθοκλινείς πτέρυγες!
Συνεχίζοντας τις έρευνες η Sukhoi δοκίμαζε σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα και αεροδυναμικές βελτιώσεις, που αργότερα θα υιοθετούνταν σε αναβαθμισμένες εκδόσεις του μαχητικού. Παράλληλα, τροποποιήθηκε κατάλληλα ένα διθέσιο αεροσκάφος, στο οποίο τοποθετήθηκε σωλήνας ανεφοδιασμού εν πτήση, για να διερευνηθεί η ικανότητα του μαχητικού για αποστολές μεγάλης διάρκειας. Το 1987 και αργότερα το 1988 το αεροσκάφος επέδειξε τις δυνατότητές του, εκτελώντας πτήσεις πάνω από τη Σιβηρία, διανύοντας σε μία πτήση απόσταση 13440 χιλιομέτρων και εκτελώντας τέσσερεις ανεφοδιασμούς εν πτήση, σε 15 ώρες και 42 λεπτά. Οι τέσσερεις ανεφοδιασμοί δεν ήταν όλοι απαραίτητοι, αλλά πραγματοποιήθηκαν, για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Επόμενος σταθμός ήταν η εξέλιξη της ναυτικής έκδοσης του μαχητικού για τη χρήση στα υπό κατασκευή τότε μεγάλα αεροπλανοφόρα της Σοβιετικής Ένωσης. Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά του αεροσκάφους, που το ξεχώριζαν ήταν το άγκιστρο ανάσχεσης και η ικανότητα εναέριου ανεφοδιασμού.
Η Sukhoi, ωστόσο, το 1988 επανήλθε στα σχέδιά της για την κατασκευή μίας νέας υπερευέλικτης έκδοσης του μαχητικού. Έτσι, μετά την υιοθέτηση των πτερύγιων canards στο 24ο αεροσκάφος παραγωγής, ακολούθησε η κατασκευή και υιοθέτηση, στο 26ο αεροσκάφος παραγωγής, ενός συστήματος εκτροπής της ώσης των κινητήρων. Επρόκειτο για ένα σύστημα εκτροπής της ώσης στους δύο άξονες, που για πρώτη φορά δοκιμάστηκε στον αέρα το 1989. Οι πτήσεις που ακολούθησαν έδειξαν την εντυπωσιακή ευελιξία και ικανότητα πτήσης του μαχητικού με μικρή ταχύτητα και σε μεγάλες γωνίες προσβολής, παραμένοντας πλήρως σε απόλυτα ελεγχόμενες παραμέτρους.
Οι έρευνες, όμως, συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια, παρά την κακή κατάσταση της Ρώσικης, πλέον, οικονομίας. Αυτό στάθηκε δυνατό, χάρη στη σοφή οικονομική πολιτική της εταιρείας, που στηρίχθηκε κυρίως στις παραγγελίες μαχητικών από το εξωτερικό. Αποτέλεσμα ήταν η σχεδίαση και κατασκευή υπερσύγχρονων εκδόσεων του μαχητικού (Su-30, Su-35, Su-37).
















-
-
