ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΗΣ ΜΑΤΙ

Η μητέρα του είχε ένα μάτι… Ντρεπόταν για αυτήν και ώρες ώρες τη μισούσε…
Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στη φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές, για να βγάζει τα έξοδά τους. Δεν ήθελε να του μιλάει, για να μη μαθαίνουν ότι είναι παιδί μίας μητέρας με ένα μάτι… Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, μόλις την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα της και έλεγαν ότι δεν άντεχαν το θέαμα, γιατί τους προκαλούσε μία ανυπόφορη ανατριχίλα…
Μία μέρα, όταν ακόμα πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα, για να του πει ένα γεια. Ένοιωσε πολύ στενοχωρημένος… «Πώς μπόρεσε να μου το κάνει αυτό;», αναρωτιόταν … Την αγνόησε, της έριξε μία ματιά, ένα μισητό βλέμμα και απομακρύνθηκε. Την επόμενη μέρα ένας συμμαθητής του, του φώναξε: «Εεε, η μητέρα σου έχει ένα μόνο μάτι!» Ήθελε να πεθάνει. Ήθελε να εξαφανιστεί. Όταν γύρισε στο σπίτι, της είπε: «Αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου, εξαιτίας μου, τότε καλύτερα να πεθάνεις.» Αυτή δεν του απάντησε…
«Δε με ένοιαξε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ εκνευρισμένος» είπε αργότερα σε ένα φίλο του. «Ήθελα να φύγω από εκείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της». Έτσι διάβασε πολύ σκληρά, με σκοπό κάποια μέρα να φύγει μακριά για σπουδές… Και τα κατάφερε… Μα πήγε και αυτή κοντά του και έπιασε δουλειά στη φοιτητική λέσχη, για να τον βοηθάει… «Δε μπορούσε να πάει κάπου αλλού;»
Αργότερα παντρεύτηκε. Αγόρασε ένα δικό του σπίτι. Έκανε παιδιά και ήταν ευχαριστημένος πια, με τη ζωή του, τα παιδιά του, τη γυναίκα του, τη δουλειά του…
Μία μέρα, μετά από χρόνια απουσίας, όπως ο ίδιος της είχε ζητήσει, η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί. Δεν είχε δει ποτέ τα εγγονάκια της. Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε… Αυτός θύμωσε, γιατί είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον ειδοποιήσει. «Πώς τολμάς και έρχεσαι ξαφνικά και απροειδοποίητα στο σπίτι μου και τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Φύγε!» Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αα, λυπάμαι πολύ κύριέ μου. Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση» και εξαφανίστηκε, χωρίς τα εγγόνια να καταλάβουν ποια είναι…
Πέρασαν χρόνια και μία μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μία επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του, από το Δημοτικό σχολείο, που θα γινόταν στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Είπε ψέματα στη γυναίκα του, ότι θα πήγαινε σε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε από περιέργεια… Οι γείτονες του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα… Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ. Οι γείτονες του έδωσαν ένα γράμμα που η μητέρα του είχε αφήσει για αυτόν.
«Αγαπημένε μου γιε, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα στο σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για τη σχολική συγκέντρωση και χάρηκα. Αλλά φοβάμαι ότι δε θα είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι και να έρθω να σε δω. Έγραψα αυτό το γράμμα, για να στο δώσουν, αν δε με προλάβεις. Στενοχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα, όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις… όταν ήσουν πολύ πολύ μικρός είχες ένα ατύχημα και έχασες το μάτι σου. Δε θα μπορούσα να σε δω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο υπερήφανη, που ο υιός μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι. Έχεις πάντα την αγάπη μου».
Η μητέρα σου
Κείμενο : «Όσιος Νικόνωρ»



